αθανασία
•
- η ιδιότητα του να είναι κανείς αθάνατος Βικιλεξικό
- Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική, (Salvatores Dei, Σωτήρες του Θεού), [φιλοσοφικό δοκίμιο], 1927-1945)
Ετυμολογία
αθανασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθανασία < ἀθάνατος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθανασία | αθανασίες |
| Γενική | αθανασίας | αθανασιών |
| Αιτιατική | αθανασία | αθανασίες |
| Κλητική | αθανασία | αθανασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →