Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθεάτριστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πηγαίνει (συχνά) στο θέατρο Βικιλεξικό
  2. που δε γνωρίζει τα σχετικά με το θέατρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθεάτριστος < α- + θεατρίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθεάτριστοςαθεάτριστηαθεάτριστο
Γενικήαθεάτριστουαθεάτριστηςαθεάτριστου
Αιτιατικήαθεάτριστοαθεάτριστηαθεάτριστο
Κλητικήαθεάτριστεαθεάτριστηαθεάτριστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθεάτριστοιαθεάτριστεςαθεάτριστα
Γενικήαθεάτριστωναθεάτριστωναθεάτριστων
Αιτιατικήαθεάτριστουςαθεάτριστεςαθεάτριστα
Κλητικήαθεάτριστοιαθεάτριστεςαθεάτριστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →