αθεάτριστος
•
- που δεν πηγαίνει (συχνά) στο θέατρο Βικιλεξικό
- που δε γνωρίζει τα σχετικά με το θέατρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθεάτριστος < α- + θεατρίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αθεάτριστος | αθεάτριστη | αθεάτριστο |
| Γενική | αθεάτριστου | αθεάτριστης | αθεάτριστου |
| Αιτιατική | αθεάτριστο | αθεάτριστη | αθεάτριστο |
| Κλητική | αθεάτριστε | αθεάτριστη | αθεάτριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αθεάτριστοι | αθεάτριστες | αθεάτριστα |
| Γενική | αθεάτριστων | αθεάτριστων | αθεάτριστων |
| Αιτιατική | αθεάτριστους | αθεάτριστες | αθεάτριστα |
| Κλητική | αθεάτριστοι | αθεάτριστες | αθεάτριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →