αθερίνα
•
- ψάριείδος ψαριού με μήκος 10-18 εκατοστά και συναντάται και σε παραλίες (Atherina hepsetus) Βικιλεξικό
- Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.
Ετυμολογία
αθερίνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀθερίνα < αρχαία ελληνική ἀθερίνη + -α (με μεταπλασμό σε θηλυκό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθερίνα | αθερίνες |
| Γενική | αθερίνας | αθερινών |
| Αιτιατική | αθερίνα | αθερίνες |
| Κλητική | αθερίνα | αθερίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →