Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθερμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήπου δεν επιτρέπει τη διέλευση θερμότητας ή θερμικής ακτινοβολίας Βικιλεξικό
  2. που δεν προκαλεί ή δεν σχετίζεται με μεταβολή θερμοκρασίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθερμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική athermique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική athermic < αρχαία ελληνική ἀ- + θερμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθερμικόςαθερμικήαθερμικό
Γενικήαθερμικούαθερμικήςαθερμικού
Αιτιατικήαθερμικόαθερμικήαθερμικό
Κλητικήαθερμικέαθερμικήαθερμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθερμικοίαθερμικέςαθερμικά
Γενικήαθερμικώναθερμικώναθερμικών
Αιτιατικήαθερμικούςαθερμικέςαθερμικά
Κλητικήαθερμικοίαθερμικέςαθερμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →