αθετώ
•
- δεν τηρώ (υπόσχεση, συμφωνία, όρο), παραβαίνω Βικιλεξικό
- αρνούμαι (δικαίωμα, την αξία ενός πράγματος) Βικιλεξικό
- φιλολογίαθεωρώ νόθο ένα τμήμα αρχαίου χειρόγραφου κειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθετώ < (ελληνιστική κοινή) ἀθετέω, -ῶ < ἄθετος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αθετώ | αθετείς | αθετεί | αθετούμε | αθετείτε | αθετούν / αθετούνε |
| Παρατατικός | αθετούσα | αθετούσες | αθετούσε | αθετούσαμε | αθετούσατε | αθετούσαν / αθετούσανε |
| Αόριστος | αθέτησα | αθέτησες | αθέτησε | αθετήσαμε | αθετήσατε | αθέτησαν / αθετήσαν / αθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα αθετήσω / θα αθετώ | θα αθετήσεις / θα αθετείς | θα αθετήσει / θα αθετεί | θα αθετήσουμε / θα αθετούμε | θα αθετήσετε / θα αθετείτε | θα αθετήσουν / θα αθετήσουνε / θα αθετούν / θα αθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω αθετήσει | έχεις αθετήσει | έχει αθετήσει | έχουμε αθετήσει | έχετε αθετήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αθετήσει | είχες αθετήσει | είχε αθετήσει | είχαμε αθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αθετήσει / να αθετήσω / να αθετώ | να έχεις αθετήσει / να αθετήσεις / να αθετείς | να έχει αθετήσει / να αθετήσει / να αθετεί | να έχουμε αθετήσει / να αθετήσουμε / να αθετούμε | να έχετε αθετήσει / να αθετήσετε / να αθετείτε | να αθετήσουν / να αθετήσουνε / να αθετούν / να αθετούνε |
| Προστακτική | — | αθέτει / αθέτησε | — | — | αθετήστε / αθετείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →