αθημωνιά
•
- δημοτικήθημωνιά Βικιλεξικό
- σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σαν ένα γνεφάκι απ' αναμμένη αθημωνιά.
Ετυμολογία
αθημωνιά < θημωνιά με α- ... • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θημωνιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθημωνιά | αθημωνιές |
| Γενική | αθημωνιάς | αθημωνιών |
| Αιτιατική | αθημωνιά | αθημωνιές |
| Κλητική | αθημωνιά | αθημωνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →