Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθημωνιά

/a.θi.moˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δημοτικήθημωνιά Βικιλεξικό
    • σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σαν ένα γνεφάκι απ' αναμμένη αθημωνιά.

Ετυμολογία

αθημωνιά < θημωνιά με α- ... • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή θημωνιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθημωνιάαθημωνιές
Γενικήαθημωνιάςαθημωνιών
Αιτιατικήαθημωνιάαθημωνιές
Κλητικήαθημωνιάαθημωνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →