Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθηρωμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη εναπόθεση αθηρώματος στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθηρωμάτωση < ελληνιστική ἀθύρωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθηρωμάτωσηαθηρωματώσεις
Γενικήαθηρωμάτωσηςαθηρωματώσεων
Αιτιατικήαθηρωμάτωσηαθηρωματώσεις
Κλητικήαθηρωμάτωσηαθηρωματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →