αθθός
•
- ο ανθός Βικιλεξικό
- Ο έρωτας δενν έν αθθός μαζίν του για να παίξεις μον’ ένι βάτος μ’ αγκαθκιές τζι αλοίμονον αν μπλέξεις.
- Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι(ν)· εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.
- μεταφορικάο καλύτερος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη νιότη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αθθός < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
αθόςάθθος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →