Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθθός

ουσιαστικό, αρσενικόκυπριακά
•
  1. ο ανθός Βικιλεξικό
    • Ο έρωτας δενν έν αθθός μαζίν του για να παίξεις μον’ ένι βάτος μ’ αγκαθκιές τζι αλοίμονον αν μπλέξεις.
    • Εσού ’σαι ’νας αθθός της λεμονιάς τζ’ εγιώνι τ’ ολοτζίτρινολ λεμόνι(ν)· εσού ’σαι παναΰριμ π’ αρκινά τζ’ εγιώνι παναΰριμ που τελειώννει.
  2. μεταφορικάο καλύτερος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη νιότη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθθός < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

αθόςάθθος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →