αθλιότητα
•
- η ιδιότητα του άθλιου Βικιλεξικό
- «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
- σε απαίσια κατάσταση Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόακραία πράξη Βικιλεξικό
- Οι αθλιότητες που έπραξε ο Χίτλερ ενάντια στους Ιουδαίους δε θα συγχωρεθούν ποτέ.
Ετυμολογία
αθλιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθλιότης με χρήση της αιτιατικής ενικού «τήν ἀθλιότητα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αθλιότητα | αθλιότητες |
| Γενική | αθλιότητας | αθλιοτήτων |
| Αιτιατική | αθλιότητα | αθλιότητες |
| Κλητική | αθλιότητα | αθλιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →