Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθλοπαιδιά

/a.θlo.pe.ðiˈa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθλητισμόςάθλημα ή παιχνίδι, συνήθως ομαδικό, που έχει στόχο την άσκηση και την ψυχαγωγία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθλοπαιδιά < αρχαία ελληνική ἆθλ(ον) αγώνισμα με βραβείο + -ο- + παιδιά (παιχνίδι -θηλυκό-). - μαρτυρείται από το 1896, απόδοση για τη γαλλική disport (ξεγνοιασιά, διασκέδαση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθλοπαιδιάαθλοπαιδιές
Γενικήαθλοπαιδιάςαθλοπαιδιών
Αιτιατικήαθλοπαιδιάαθλοπαιδιές
Κλητικήαθλοπαιδιάαθλοπαιδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →