αθροίζω
•
- εκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκεντρώνω έναν αριθμό στοιχείων σε ένα σύνολο Βικιλεξικό
- είναι καιρός να αθροίσουμε τις πολυδιασπασμένες δυνάμεις του χώρου μας και να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας
Ετυμολογία
αθροίζω < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική sum (αρχαία ελληνική ἀθροίζω: συγκεντρώνω, μαζεύω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αθροίζω | αθροίζεις | αθροίζει | αθροίζουμε | αθροίζετε | αθροίζουν / αθροίζουνε |
| Παρατατικός | άθροιζα | άθροιζες | άθροιζε | αθροίζαμε | αθροίζατε | άθροιζαν / αθροίζαν / αθροίζανε |
| Αόριστος | άθροισα | άθροισες | άθροισε | αθροίσαμε | αθροίσατε | άθροισαν / αθροίσαν / αθροίσανε |
| Μέλλοντας | θα αθροίζω / θα αθροίσω | θα αθροίζεις / θα αθροίσεις | θα αθροίζει / θα αθροίσει | θα αθροίζουμε / θα αθροίσουμε | θα αθροίζετε / θα αθροίσετε | θα αθροίζουν / θα αθροίζουνε / θα αθροίσουν / θα αθροίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αθροίσει | έχεις αθροίσει | έχει αθροίσει | έχουμε αθροίσει | έχετε αθροίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αθροίσει | είχες αθροίσει | είχε αθροίσει | είχαμε αθροίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αθροίσει / να αθροίζω / να αθροίσω | να έχεις αθροίσει / να αθροίζεις / να αθροίσεις | να έχει αθροίσει / να αθροίζει / να αθροίσει | να έχουμε αθροίσει / να αθροίζουμε / να αθροίσουμε | να έχετε αθροίσει / να αθροίζετε / να αθροίσετε | να αθροίζουν / να αθροίζουνε / να αθροίσουν / να αθροίσουνε |
| Προστακτική | — | άθροιζε / άθροισε | — | — | αθροίζετε / αθροίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →