Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθροίζω

ρήμα
•
  1. εκτελώ τη μαθηματική πράξη της πρόσθεσης και υπολογίζω το άθροισμα δύο ή περισσότερων ποσών Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυγκεντρώνω έναν αριθμό στοιχείων σε ένα σύνολο Βικιλεξικό
    • είναι καιρός να αθροίσουμε τις πολυδιασπασμένες δυνάμεις του χώρου μας και να συντονίσουμε τις προσπάθειές μας

Ετυμολογία

αθροίζω < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική sum (αρχαία ελληνική ἀθροίζω: συγκεντρώνω, μαζεύω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαθροίζωαθροίζειςαθροίζειαθροίζουμεαθροίζετεαθροίζουν / αθροίζουνε
Παρατατικόςάθροιζαάθροιζεςάθροιζεαθροίζαμεαθροίζατεάθροιζαν / αθροίζαν / αθροίζανε
Αόριστοςάθροισαάθροισεςάθροισεαθροίσαμεαθροίσατεάθροισαν / αθροίσαν / αθροίσανε
Μέλλονταςθα αθροίζω / θα αθροίσωθα αθροίζεις / θα αθροίσειςθα αθροίζει / θα αθροίσειθα αθροίζουμε / θα αθροίσουμεθα αθροίζετε / θα αθροίσετεθα αθροίζουν / θα αθροίζουνε / θα αθροίσουν / θα αθροίσουνε
Παρακείμενοςέχω αθροίσειέχεις αθροίσειέχει αθροίσειέχουμε αθροίσειέχετε αθροίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αθροίσειείχες αθροίσειείχε αθροίσειείχαμε αθροίσει——
Υποτακτικήνα έχω αθροίσει / να αθροίζω / να αθροίσωνα έχεις αθροίσει / να αθροίζεις / να αθροίσειςνα έχει αθροίσει / να αθροίζει / να αθροίσεινα έχουμε αθροίσει / να αθροίζουμε / να αθροίσουμενα έχετε αθροίσει / να αθροίζετε / να αθροίσετενα αθροίζουν / να αθροίζουνε / να αθροίσουν / να αθροίσουνε
Προστακτική—άθροιζε / άθροισε——αθροίζετε / αθροίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →