Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθυμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ακεφιά, λύπη Βικιλεξικό
    • Μιὰ σκέψις ὅμως παρευθὺς ἀπὸ τὴν ἀθυμία τὸν βγάζει - τὸ ἐξαίσιον Οὗτος Ἐκεῖνος, ποῦ ἄλλοτε στὸν ὕπνο του ἄκουσε ὁ Λουκιανός.

Ετυμολογία

αθυμία < αρχαία ελληνική ἀθυμία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαθυμίααθυμίες
Γενικήαθυμίαςαθυμιών
Αιτιατικήαθυμίααθυμίες
Κλητικήαθυμίααθυμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →