αθόρυβα
•
- χωρίς να ακούγεται κανένας ήχος Βικιλεξικό
- μεταφορικάστο παρασκήνιο, χωρίς να θέλει κάποιος να τραβήξει την προσοχή των άλλων, κυρίως από σεμνότητα Βικιλεξικό
- εργάζεται τόσο χρόνια παραγωγικά και αθόρυβα και μόλις τώρα αναγνωρίστηκε η προσφορά του
Ετυμολογία
αθόρυβα < αθόρυβος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →