Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αθώος

/aˈθo.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι υπεύθυνος για πράξη κακή, ανάρμοστη ή εγκληματική Βικιλεξικό
    • Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
  2. αγνός που δεν έχει μέσα του κακία ή υστεροβουλία Βικιλεξικό
    • Εις τον προσφυγικόν καταυλισμόν της Λαχαναγοράς Πειραιώς ενεφανίσθη μίαν των ημερών ένας ανέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δεν ήτο ούτε Μικρασιάτης, ούτε Θραξ. Δεν τον είχαν κυνηγήσει αι ορδαί του Κεμάλ. Δεν του είχαν σπάσει το πόδι του οι Τούρκοι Τσέτηδες. Ήτον απλούστατα ένας αθώος σπουργίτης.
  3. ειρωνικόανίδεος, άσχετος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αθώος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθῷος :* σημασία «αγνός, ανίδεος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική innocent

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθώοςαθώααθώο
Γενικήαθώουαθώαςαθώου
Αιτιατικήαθώοαθώααθώο
Κλητικήαθώεαθώααθώο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαθώοιαθώεςαθώα
Γενικήαθώωναθώωναθώων
Αιτιατικήαθώουςαθώεςαθώα
Κλητικήαθώοιαθώεςαθώα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →