αιγίδα
•
- ασπίδα επικαλυμμένη με αιγόδερμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροστασία, υποστήριξη Βικιλεξικό
- Υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας.
Ετυμολογία
αιγίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αἰγίς + -ίδα < αρχαία ελληνική αἰγίς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιγίδα | αιγίδες |
| Γενική | αιγίδας | αιγίδων |
| Αιτιατική | αιγίδα | αιγίδες |
| Κλητική | αιγίδα | αιγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →