Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιγιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το Αιγαίο Πέλαγος Βικιλεξικό
    • αιγιακός οικισμός/χώρος, αιγιακή προϊστορική έρευνα/μητριαρχία, Αιγιακές σπουδές/Αιγιακός Πολιτισμός

Ετυμολογία

αιγιακός < αιγαιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιγιακόςαιγιακήαιγιακό
Γενικήαιγιακούαιγιακήςαιγιακού
Αιτιατικήαιγιακόαιγιακήαιγιακό
Κλητικήαιγιακέαιγιακήαιγιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιγιακοίαιγιακέςαιγιακά
Γενικήαιγιακώναιγιακώναιγιακών
Αιτιατικήαιγιακούςαιγιακέςαιγιακά
Κλητικήαιγιακοίαιγιακέςαιγιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →