αιγκρέτα
•
- ενδυμασίαμη απλοποιημένη, παρωχημένη γραφή του εγκρέτα Βικιλεξικό
- Τοῦ ἔβανε πλάκα ὅλα τὰ παράσημα, τοῦ κάρφωνε στὸ τρικαντὸ καὶ τὴν αἰγκρέτα ποὺ τοῦ εἴχε χαρίσει ὁ Σουλτάνος καὶ τὸν ἔβγανε ἔξω, τὸν περιέφερε στὰ σαλόνια καὶ τὸν ἔκανε εὐτυχισμένο καὶ γελοῖο.
- Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι.
Ετυμολογία
αιγκρέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική aigrette
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιγκρέτα | αιγκρέτες |
| Γενική | αιγκρέτας | — |
| Αιτιατική | αιγκρέτα | αιγκρέτες |
| Κλητική | αιγκρέτα | αιγκρέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →