Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιγκρέτα

/eˈgɾe.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαμη απλοποιημένη, παρωχημένη γραφή του εγκρέτα Βικιλεξικό
    • Τοῦ ἔβανε πλάκα ὅλα τὰ παράσημα, τοῦ κάρφωνε στὸ τρικαντὸ καὶ τὴν αἰγκρέτα ποὺ τοῦ εἴχε χαρίσει ὁ Σουλτάνος καὶ τὸν ἔβγανε ἔξω, τὸν περιέφερε στὰ σαλόνια καὶ τὸν ἔκανε εὐτυχισμένο καὶ γελοῖο.
    • Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι.

Ετυμολογία

αιγκρέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική aigrette

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαιγκρέτααιγκρέτες
Γενικήαιγκρέτας—
Αιτιατικήαιγκρέτααιγκρέτες
Κλητικήαιγκρέτααιγκρέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →