αιγοειδή
•
- ζωολογίαομάδα μηρυκαστικών θηλαστικών με χαρακτηριστικά παρόμοια με της κατσίκας, όπως το αγριοκάτσικο, ο αίγαγρος κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιγοειδή < αίγα + -ο- + -ειδής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιγοειδή | αιγοειδή |
| Γενική | — | αιγοειδών |
| Αιτιατική | — | αιγοειδή |
| Κλητική | — | αιγοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →