Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιγυπτιακός

/e.ʝi.pti.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Αίγυπτο Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με τους αρχαίους χρόνους της Αιγύπτου Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαιγυπτιακά, αιγυπτιακή: η γλώσσα των Αιγύπτιων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιγυπτιακός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αἰγυπτιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιγυπτιακόςαιγυπτιακή / αιγυπτιακηαιγυπτιακο / αιγυπτιακό
Γενικήαιγυπτιακούαιγυπτιακήςαιγυπτιακού
Αιτιατικήαιγυπτιακόαιγυπτιακήαιγυπτιακό
Κλητικήαιγυπτιακέαιγυπτιακήαιγυπτιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιγυπτιακοίαιγυπτιακέςαιγυπτιακά
Γενικήαιγυπτιακώναιγυπτιακώναιγυπτιακών
Αιτιατικήαιγυπτιακούςαιγυπτιακέςαιγυπτιακά
Κλητικήαιγυπτιακοίαιγυπτιακέςαιγυπτιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →