αιθαλομίχλη
•
- επιβλαβές νέφος από σωματίδια και αέρια· φαινόμενο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που παρατηρείται στις μεγαλουπόλεις, το οποίο προκαλείται από την καύση ξύλου ή κάρβουνου Βικιλεξικό
- Αν για παράδειγμα το υπουργείο Περιβάλλοντος εκδώσει ανακοίνωση τέσσερις ημέρες το μήνα, με την οποία προειδοποιεί ότι οι συνθήκες ευνοούν τη δημιουργία νέφους αιθαλομίχλης και ζητά τον περιορισμό της χρήσης τζακιών, από το λογαριασμό των δικαιούχων κοινωνικού τιμολογίου θα αφαιρείται το ποσό της κατανάλωσης ρεύματος. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
αιθαλομίχλη < αιθάλ(η) + ομίχλη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική smog < smoke + fog
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιθαλομίχλη | αιθαλομίχλες |
| Γενική | αιθαλομίχλης | αιθαλομιχλών |
| Αιτιατική | αιθαλομίχλη | αιθαλομίχλες |
| Κλητική | αιθαλομίχλη | αιθαλομίχλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →