Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αἰθεροβάμων

/e.θe.ɾoˈva.mon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσααιθεροβάμων Βικιλεξικό
    • Καὶ τοιοῦτοι ἦσαν οἱ δεσμοὶ ἡμῶν πρὸς πάντας τοὺς περιφανεῖς συγγραφεῖς τῶν ἀναμορφωτικῶν ἔργων τῆς ἀνθρωπότητος, πρὸς πάντας τοὺς ὑμνητὰς τῶν ἱστορικῶν μεγαλουργιῶν, πρὸς πάντας τοὺς φιλανθρώπους καθηγεμόνας τῶν εὐγενῶν δογμάτων, ἀφ’ ὧν προῆλθεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν λαῶν καὶ τῶν ἐθνῶν ἡ ἀνεξαρτησία· δεσμοὶ οὐχὶ δουλικῶν μιμητῶν πρὸς διδασκάλους Πυθαγορείους, ἀλλὰ μαθητῶν ἐλευθέρως βουλευομένων πρὸς αἰθεροβάμονας σαλπιγκτὰς μεγάλων ἀληθειῶν καὶ βαθέως εὐγνωμονούντων πρὸς φιλοσόφους μετὰ πόνου καὶ καλλιτεχνικῆς γοητείας ψυχολογήσαντας ἐπὶ τῶν ἰσχυρῶν ἐλατηρίων τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ἅτινα δρῶσιν ἔτι ἐν τῷ στενῷ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων κύκλῳ, εἴτε ἐπὶ τῆς εὐρυτάτης σκηνῆς τῆς παγκοσμίου ἱστορίας.

Ετυμολογία

αἰθεροβάμων < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰθεροβάμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαἰθεροβάμωναἰθεροβάμωναἰθεροβάμον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αιθεροβάμων

/e.θe.ɾoˈva.mon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και κάνει απραγματοποίητα σχέδια Βικιλεξικό
    • Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

αιθεροβάμων < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰθεροβάμων. Συγχρονικά αναλύεται σε αιθερο- + -βάμων (< ρήμα βαίνω). Κυριολεκτικά: «αυτός που περπατάει στον ουρανό». Παραβάλετε την έκφραση πετάω στα σύννεφα.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιθεροβάμονας / αιθεροβάμωναιθεροβάμωναιθεροβάμον
Γενικήαιθεροβάμονα / αιθεροβάμονοςαιθεροβάμονοςαιθεροβάμονος
Αιτιατικήαιθεροβάμονααιθεροβάμονααιθεροβάμον
Κλητικήαιθεροβάμονα / αιθεροβάμωναιθεροβάμωναιθεροβάμον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονα
Γενικήαιθεροβαμόνωναιθεροβαμόνωναιθεροβαμόνων
Αιτιατικήαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονα
Κλητικήαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονεςαιθεροβάμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →