αιλουροειδή
•
- ζωολογίαγενική ονομασία για ζώα που ανήκουν στην υποτάξη Αιλουρόμορφα (Feliformia, όπως η γάτα, η τίγρη, η λεοπάρδαλη) της οικογένειας σαρκοβόρων θηλαστικών Αιλουρίδες (Felidae) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιλουροειδή < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική félidés (πληθυντικός) ή απόδοση για τη νεολατινική Felidae · Μορφολογικά αναλύεται σε ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αιλουροειδές < αίλουρ(ος) + -ο- + -ειδές > πληθυντικός: -ειδή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιλουροειδή | αιλουροειδή |
| Γενική | — | αιλουροειδών |
| Αιτιατική | — | αιλουροειδή |
| Κλητική | — | αιλουροειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →