αιματάλευρο
•
- άλευρο που παράγεται από αίμα ζώων και χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιματάλευρο < (αίμα) αιματ- + άλευρο, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Blutmehl
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιματάλευρο | αιματάλευρα |
| Γενική | αιματάλευρου | αιματάλευρων |
| Αιτιατική | αιματάλευρο | αιματάλευρα |
| Κλητική | αιματάλευρο | αιματάλευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →