Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιματηρός

/e.ma.tiˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συνοδεύεται ή χαρακτηρίζεται από μεγάλη αιματοχυσία Βικιλεξικό
    • αιματηρή μάχη, αιματηρή συμπλοκή, αιματηρό επεισόδιο

Ετυμολογία

αιματηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἱματηρός < αἷμα, αἱματ- + -ηρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιματηρόςαιματηρήαιματηρό
Γενικήαιματηρούαιματηρήςαιματηρού
Αιτιατικήαιματηρόαιματηρήαιματηρό
Κλητικήαιματηρέαιματηρήαιματηρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιματηροίαιματηρέςαιματηρά
Γενικήαιματηρώναιματηρώναιματηρών
Αιτιατικήαιματηρούςαιματηρέςαιματηρά
Κλητικήαιματηροίαιματηρέςαιματηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →