αιματοβάφω
•
- δημοτικήβάφω με αίμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ αιματοχυσία Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω κατακόκκινο χρώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιματοβάφω < αιματο- + βάφω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιματοβάφω | αιματοβάφεις | αιματοβάφει | αιματοβάφουμε | αιματοβάφετε | αιματοβάφουν / αιματοβάφουνε |
| Παρατατικός | αιματόβαφα | αιματόβαφες | αιματόβαφε | αιματοβάφαμε | αιματοβάφατε | αιματοβάφαν / αιματοβάφανε / αιματόβαφαν |
| Αόριστος | αιματόβαψα | αιματόβαψες | αιματόβαψε | αιματοβάψαμε | αιματοβάψατε | αιματοβάψαν / αιματοβάψανε / αιματόβαψαν |
| Μέλλοντας | θα αιματοβάφω / θα αιματοβάψω | θα αιματοβάφεις / θα αιματοβάψεις | θα αιματοβάφει / θα αιματοβάψει | θα αιματοβάφουμε / θα αιματοβάψουμε | θα αιματοβάφετε / θα αιματοβάψετε | θα αιματοβάφουν / θα αιματοβάφουνε / θα αιματοβάψουν / θα αιματοβάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αιματοβάψει | έχεις αιματοβάψει | έχει αιματοβάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιματοβάψει | είχες αιματοβάψει | είχε αιματοβάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιματοβάψει / να αιματοβάφω / να αιματοβάψω | να έχεις αιματοβάψει / να αιματοβάφεις / να αιματοβάψεις | να έχει αιματοβάψει / να αιματοβάφει / να αιματοβάψει | να αιματοβάφουμε / να αιματοβάψουμε | να αιματοβάφετε / να αιματοβάψετε | να αιματοβάφουν / να αιματοβάφουνε / να αιματοβάψουν / να αιματοβάψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αιματοβαμμένο / αιματόβαφε / αιματόβαψε | — | — | αιματοβάφετε / αιματοβάψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αιματοβάφτηκααιματοβάφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →