αιματοχυσία
•
- η φόνευση ανθρώπων σε μεγάλη κλίμακα, η σφαγή Βικιλεξικό
- νέα αιματοχυσία σε τρομοκρατικές επιθέσεις στο Ιράκ
Ετυμολογία
αιματοχυσία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αἱματοχυσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιματοχυσία | αιματοχυσίες |
| Γενική | αιματοχυσίας | αιματοχυσιών |
| Αιτιατική | αιματοχυσία | αιματοχυσίες |
| Κλητική | αιματοχυσία | αιματοχυσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →