αιματώνω
•
- προκαλώ αιμάτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιματώνω < αίμα + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιματώνω | αιματώνεις | αιματώνει | αιματώνουμε | αιματώνετε | αιματώνουν / αιματώνουνε |
| Παρατατικός | αιμάτωνα | αιμάτωνες | αιμάτωνε | αιματώναμε | αιματώνατε | αιμάτωναν / αιματώναν / αιματώνανε |
| Αόριστος | αιμάτωσα | αιμάτωσες | αιμάτωσε | αιματώσαμε | αιματώσατε | αιμάτωσαν / αιματώσαν / αιματώσανε |
| Μέλλοντας | θα αιματώνω / θα αιματώσω | θα αιματώνεις / θα αιματώσεις | θα αιματώνει / θα αιματώσει | θα αιματώνουμε / θα αιματώσουμε | θα αιματώνετε / θα αιματώσετε | θα αιματώνουν / θα αιματώνουνε / θα αιματώσουν / θα αιματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αιματώσει | έχεις αιματώσει | έχει αιματώσει | έχουμε αιματώσει | έχετε αιματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιματώσει | είχες αιματώσει | είχε αιματώσει | είχαμε αιματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αιματώσει / να αιματώνω / να αιματώσω | να έχεις αιματώσει / να αιματώνεις / να αιματώσεις | να έχει αιματώσει / να αιματώνει / να αιματώσει | να έχουμε αιματώσει / να αιματώνουμε / να αιματώσουμε | να έχετε αιματώσει / να αιματώνετε / να αιματώσετε | να αιματώνουν / να αιματώνουνε / να αιματώσουν / να αιματώσουνε |
| Προστακτική | — | αιμάτωνε / αιμάτωσε | — | — | αιματώνετε / αιματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →