Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιμοδοσία

/e.mo.ðoˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να προσφέρει κάποιος το αίμα του για την εξυπηρέτηση των νοσοκομειακών αναγκών (π.χ. μετάγγιση, αιμοκάθαρση, τράπεζα αίματος, εγχείρηση κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιμοδοσία < (μεταφραστικό δάνειο) blood donation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαιμοδοσίααιμοδοσίες
Γενικήαιμοδοσίαςαιμοδοσιών
Αιτιατικήαιμοδοσίααιμοδοσίες
Κλητικήαιμοδοσίααιμοδοσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →