αιμοδοσία
•
- το να προσφέρει κάποιος το αίμα του για την εξυπηρέτηση των νοσοκομειακών αναγκών (π.χ. μετάγγιση, αιμοκάθαρση, τράπεζα αίματος, εγχείρηση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιμοδοσία < (μεταφραστικό δάνειο) blood donation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιμοδοσία | αιμοδοσίες |
| Γενική | αιμοδοσίας | αιμοδοσιών |
| Αιτιατική | αιμοδοσία | αιμοδοσίες |
| Κλητική | αιμοδοσία | αιμοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →