αιμοδοτικός
•
- που έχει σχέση με αιμοδότη ή αιμοδοσία ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαιμοδοτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιμοδοτικός < αιμοδότης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιμοδοτικός | αιμοδοτική | αιμοδοτικό |
| Γενική | αιμοδοτικού | αιμοδοτικής | αιμοδοτικού |
| Αιτιατική | αιμοδοτικό | αιμοδοτική | αιμοδοτικό |
| Κλητική | αιμοδοτικέ | αιμοδοτική | αιμοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιμοδοτικοί | αιμοδοτικές | αιμοδοτικά |
| Γενική | αιμοδοτικών | αιμοδοτικών | αιμοδοτικών |
| Αιτιατική | αιμοδοτικούς | αιμοδοτικές | αιμοδοτικά |
| Κλητική | αιμοδοτικοί | αιμοδοτικές | αιμοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →