Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιμοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με αιμοδότη ή αιμοδοσία ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαιμοδοτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιμοδοτικός < αιμοδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμοδοτικόςαιμοδοτικήαιμοδοτικό
Γενικήαιμοδοτικούαιμοδοτικήςαιμοδοτικού
Αιτιατικήαιμοδοτικόαιμοδοτικήαιμοδοτικό
Κλητικήαιμοδοτικέαιμοδοτικήαιμοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμοδοτικοίαιμοδοτικέςαιμοδοτικά
Γενικήαιμοδοτικώναιμοδοτικώναιμοδοτικών
Αιτιατικήαιμοδοτικούςαιμοδοτικέςαιμοδοτικά
Κλητικήαιμοδοτικοίαιμοδοτικέςαιμοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →