Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιμολυτικός

/e.mo.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου προκαλεί αιμόλυση Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου σχετίζεται με την αιμόλυση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιμολυτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hémolytique < hémoly(se) + -tique < αρχαία ελληνική αἱμο- (αἷμα) + λύ(σις) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμολυτικόςαιμολυτικήαιμολυτικό
Γενικήαιμολυτικούαιμολυτικήςαιμολυτικού
Αιτιατικήαιμολυτικόαιμολυτικήαιμολυτικό
Κλητικήαιμολυτικέαιμολυτικήαιμολυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμολυτικοίαιμολυτικέςαιμολυτικά
Γενικήαιμολυτικώναιμολυτικώναιμολυτικών
Αιτιατικήαιμολυτικούςαιμολυτικέςαιμολυτικά
Κλητικήαιμολυτικοίαιμολυτικέςαιμολυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →