Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιμοστατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αιμόσταση· που χρησιμεύει στη διακοπή της αιμορραγίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιμοστατικός < (ελληνιστική κοινή) αἱμοστατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμοστατικόςαιμοστατικήαιμοστατικό
Γενικήαιμοστατικούαιμοστατικήςαιμοστατικού
Αιτιατικήαιμοστατικόαιμοστατικήαιμοστατικό
Κλητικήαιμοστατικέαιμοστατικήαιμοστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιμοστατικοίαιμοστατικέςαιμοστατικά
Γενικήαιμοστατικώναιμοστατικώναιμοστατικών
Αιτιατικήαιμοστατικούςαιμοστατικέςαιμοστατικά
Κλητικήαιμοστατικοίαιμοστατικέςαιμοστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →