αινώ
•
- αρχαιοπρεπέςδοξάζω, επαινώ Βικιλεξικό
- αινώ τον Κύριο!
Ετυμολογία
αινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰνῶ, συνηρημένος τύπος του αἰνέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αινώ | αινείς | αινεί | αινούμε | αινείτε | αινούν / αινούνε |
| Παρατατικός | αινούσα | αινούσες | αινούσε | αινούσαμε | αινούσατε | αινούσαν / αινούσανε |
| Αόριστος | αίνεσα | αίνεσες | αίνεσε | αινέσαμε | αινέσατε | αίνεσαν / αινέσαν / αινέσανε |
| Μέλλοντας | θα αινέσω / θα αινώ | θα αινέσεις / θα αινείς | θα αινέσει / θα αινεί | θα αινέσουμε / θα αινούμε | θα αινέσετε / θα αινείτε | θα αινέσουν / θα αινέσουνε / θα αινούν / θα αινούνε |
| Παρακείμενος | έχω αινέσει | έχεις αινέσει | έχει αινέσει | έχουμε αινέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αινέσει | είχες αινέσει | είχε αινέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αινέσει / να αινέσω / να αινώ | να έχεις αινέσει / να αινέσεις / να αινείς | να έχει αινέσει / να αινέσει / να αινεί | να έχουμε αινέσει / να αινέσουμε / να αινούμε | να αινέσετε / να αινείτε | να αινέσουν / να αινέσουνε / να αινούν / να αινούνε |
| Προστακτική | — | αίνει / αίνεσε | — | — | αινέστε / αινείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αινέθηκααινούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →