αιρετικός
•
- θρησκείαπου έχει σχέση με αίρεση ή την υποστηρίζει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει διαφορετικές απόψεις από τις συνηθισμένες Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοο αιρετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιρετικός < μεσαιωνική ελληνική αἱρετικός (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική αἱρετικός < αἱρέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιρετικός | αιρετική | αιρετικό |
| Γενική | αιρετικού | αιρετικής | αιρετικού |
| Αιτιατική | αιρετικό | αιρετική | αιρετικό |
| Κλητική | αιρετικέ | αιρετική | αιρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιρετικοί | αιρετικές | αιρετικά |
| Γενική | αιρετικών | αιρετικών | αιρετικών |
| Αιτιατική | αιρετικούς | αιρετικές | αιρετικά |
| Κλητική | αιρετικοί | αιρετικές | αιρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →