αισθησιαρχία
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφικό ρεύμα που δεχόταν ως πραγματικό μόνον ότι γινόταν αντιληπτό από τις αισθήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθησιαρχία < αίσθηση, αἴσθησι(ς) + -αρχία, (απόδοση) γαλλική sensualisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθησιαρχία | αισθησιαρχίες |
| Γενική | αισθησιαρχίας | αισθησιαρχιών |
| Αιτιατική | αισθησιαρχία | αισθησιαρχίες |
| Κλητική | αισθησιαρχία | αισθησιαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →