Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αισθησιασμός

/e.sθi.si.aˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ικανότητα ενός προσώπου, έργου τέχνης ή κατάστασης να διεγείρει τις αισθήσεις και την ερωτική διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αισθησιασμός < (αισθησιάζομαι) αισθησιασ- + -μός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sensualité

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαισθησιασμόςαισθησιασμοί
Γενικήαισθησιασμούαισθησιασμών
Αιτιατικήαισθησιασμόαισθησιασμούς
Κλητικήαισθησιασμέαισθησιασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →