αισθητήριο
•
- το όργανο μιας από τις αισθήσεις Βικιλεξικό
- Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος και να αξιοποιεί κάποια εξωτερικά ερεθίσματα Βικιλεξικό
- το πολιτικό αισθητήριο, το μουσικό αισθητήριο
- τεχνολογίααισθητήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αισθητήριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθητήριο | αισθητήρια |
| Γενική | αισθητήριου / αισθητηρίου | αισθητήριων / αισθητηρίων |
| Αιτιατική | αισθητήριο | αισθητήρια |
| Κλητική | αισθητήριο | αισθητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →