αισθητήριος
•
- ο σχετικός με τις αισθήσεις Βικιλεξικό
- αισθητήρια όργανα είναι τα μάτια, η μύτη, τα αυτιά, το δέρμα και η γλώσσα
Ετυμολογία
αισθητήριος < αρχαία ελληνική αἰσθητήριον (ουδέτερο) + -ος, καταλήξεις επιθέτου
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθητήριος | αισθητήρια | αισθητήριο |
| Γενική | αισθητήριου | αισθητήριας | αισθητήριου |
| Αιτιατική | αισθητήριο | αισθητήρια | αισθητήριο |
| Κλητική | αισθητήριε | αισθητήρια | αισθητήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθητήριοι | αισθητήριες | αισθητήρια |
| Γενική | αισθητήριων | αισθητήριων | αισθητήριων |
| Αιτιατική | αισθητήριους | αισθητήριες | αισθητήρια |
| Κλητική | αισθητήριοι | αισθητήριες | αισθητήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →