αισθητής
•
- πρόσωπο που θεωρεί το ωραίο θεμελιώδη αξία και υπέρτατο αγαθό και γι' αυτό αφοσιώνεται με πάθος στην υπηρεσία της τέχνης, την οποία και συλλαμβάνει μόνο ως επιδίωξη της ομορφιάς, πέρα από κάθε ηθική, κοινωνική ή παιδευτική διάσταση (που πιστεύει δηλαδή στο δόγμα "η τέχνη για την τέχνη") Βικιλεξικό
- πρόσωπο που υιοθετεί τους τρόπους, το ύφος και τη συμπεριφορά καλλιτέχνη ή φιλότεχνου για λόγους κοινωνικής προβολής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθητής < αρχαία ελληνική αἰσθητής (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική esthète)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αισθητής | αισθητές |
| Γενική | αισθητή | αισθητών |
| Αιτιατική | αισθητή | αισθητές |
| Κλητική | αισθητή | αισθητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →