Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αισθητική

/e.sθi.tiˈci/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαο κλάδος της φιλοσοφίας που μελετά τα ερωτήματα τα σχετικά με τη φύση του ωραίου Βικιλεξικό
  2. η ιδιαίτερη άποψη για το ωραίο που αποπνέει κάτι Βικιλεξικό
    • Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
    • η αισθητική του χώρου
  3. κοσμετολογίαη ενασχόληση με την ομορφιά και την περιποίηση του σώματος (προσώπου, μαλλιών κλπ) Βικιλεξικό
    • Ινστιτούτο Αισθητικής

Ετυμολογία

αισθητική < θηλυκό του αισθητικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Aesthetik ή από τη γαλλική esthétique < αρχαία ελληνική αἰσθητικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαισθητικήαισθητικές
Γενικήαισθητικήςαισθητικών
Αιτιατικήαισθητικήαισθητικές
Κλητικήαισθητικήαισθητικές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →