αισθητοποιώ
•
- παρουσιάζω κάτι ή το περιγράφω, ώστε να γίνει αντιληπτό από τις αισθήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισθητοποιώ < αισθητός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) rendre sensible)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισθητοποιώ | αισθητοποιείς | αισθητοποιεί | αισθητοποιούμε | αισθητοποιείτε | αισθητοποιούν / αισθητοποιούνε |
| Παρατατικός | αισθητοποιούσα | αισθητοποιούσες | αισθητοποιούσε | αισθητοποιούσαμε | αισθητοποιούσατε | αισθητοποιούσαν / αισθητοποιούσανε |
| Αόριστος | αισθητοποίησα | αισθητοποίησες | αισθητοποίησε | αισθητοποιήσαμε | αισθητοποιήσατε | αισθητοποίησαν / αισθητοποιήσαν / αισθητοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αισθητοποιήσω / θα αισθητοποιώ | θα αισθητοποιήσεις / θα αισθητοποιείς | θα αισθητοποιήσει / θα αισθητοποιεί | θα αισθητοποιήσουμε / θα αισθητοποιούμε | θα αισθητοποιήσετε / θα αισθητοποιείτε | θα αισθητοποιήσουν / θα αισθητοποιήσουνε / θα αισθητοποιούν / θα αισθητοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αισθητοποιήσει | έχεις αισθητοποιήσει | έχει αισθητοποιήσει | έχουμε αισθητοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισθητοποιήσει | είχες αισθητοποιήσει | είχε αισθητοποιήσει | είχαμε αισθητοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισθητοποιήσει / να αισθητοποιήσω / να αισθητοποιώ | να έχεις αισθητοποιήσει / να αισθητοποιήσεις / να αισθητοποιείς | να έχει αισθητοποιήσει / να αισθητοποιήσει / να αισθητοποιεί | να έχουμε αισθητοποιήσει / να αισθητοποιήσουμε / να αισθητοποιούμε | να αισθητοποιήσετε / να αισθητοποιείτε | να αισθητοποιήσουν / να αισθητοποιήσουνε / να αισθητοποιούν / να αισθητοποιούνε |
| Προστακτική | — | αισθητοποίει / αισθητοποίησε | — | — | αισθητοποιήστε / αισθητοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αισθητοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →