αἰσχροκερδῶ
•
- πολυτονική γραφή του αισχροκερδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αισχροκερδώ < αρχαία ελληνική αἰσχροκερδέω, -ῶ < αἰσχρός + κέρδος
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισχροκερδώ | αισχροκερδείς | αισχροκερδεί | αισχροκερδούμε | αισχροκερδείτε | αισχροκερδούν / αισχροκερδούνε |
| Παρατατικός | αισχροκερδούσα | αισχροκερδούσες | αισχροκερδούσε | αισχροκερδούσαμε | αισχροκερδούσατε | αισχροκερδούσαν / αισχροκερδούσανε |
| Αόριστος | αισχροκέρδησα | αισχροκέρδησες | αισχροκέρδησε | αισχροκερδήσαμε | αισχροκερδήσατε | αισχροκέρδησαν / αισχροκερδήσαν / αισχροκερδήσανε |
| Μέλλοντας | θα αισχροκερδήσω / θα αισχροκερδώ | θα αισχροκερδήσεις / θα αισχροκερδείς | θα αισχροκερδήσει / θα αισχροκερδεί | θα αισχροκερδήσουμε / θα αισχροκερδούμε | θα αισχροκερδήσετε / θα αισχροκερδείτε | θα αισχροκερδήσουν / θα αισχροκερδήσουνε / θα αισχροκερδούν / θα αισχροκερδούνε |
| Παρακείμενος | έχω αισχροκερδήσει | έχεις αισχροκερδήσει | έχει αισχροκερδήσει | έχουμε αισχροκερδήσει | έχετε αισχροκερδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισχροκερδήσει | είχες αισχροκερδήσει | είχε αισχροκερδήσει | είχαμε αισχροκερδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισχροκερδήσει / να αισχροκερδήσω / να αισχροκερδώ | να έχεις αισχροκερδήσει / να αισχροκερδήσεις / να αισχροκερδείς | να έχει αισχροκερδήσει / να αισχροκερδήσει / να αισχροκερδεί | να έχουμε αισχροκερδήσει / να αισχροκερδήσουμε / να αισχροκερδούμε | να έχετε αισχροκερδήσει / να αισχροκερδήσετε / να αισχροκερδείτε | να αισχροκερδήσουν / να αισχροκερδήσουνε / να αισχροκερδούν / να αισχροκερδούνε |
| Προστακτική | — | αισχροκέρδει / αισχροκέρδησε | — | — | αισχροκερδήστε / αισχροκερδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →