αἰσχρολογῶ
•
- πολυτονική γραφή του αισχρολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αισχρολογώ < αισχρός + λόγος
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισχρολογώ | αισχρολογείς | αισχρολογεί | αισχρολογούμε | αισχρολογείτε | αισχρολογούν / αισχρολογούνε |
| Παρατατικός | αισχρολογούσα | αισχρολογούσες | αισχρολογούσε | αισχρολογούσαμε | αισχρολογούσατε | αισχρολογούσαν / αισχρολογούσανε |
| Αόριστος | αισχρολόγησα | αισχρολόγησες | αισχρολόγησε | αισχρολογήσαμε | αισχρολογήσατε | αισχρολογήσαν / αισχρολογήσανε / αισχρολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα αισχρολογήσω / θα αισχρολογώ | θα αισχρολογήσεις / θα αισχρολογείς | θα αισχρολογήσει / θα αισχρολογεί | θα αισχρολογήσουμε / θα αισχρολογούμε | θα αισχρολογήσετε / θα αισχρολογείτε | θα αισχρολογήσουν / θα αισχρολογήσουνε / θα αισχρολογούν / θα αισχρολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω αισχρολογήσει | έχεις αισχρολογήσει | έχει αισχρολογήσει | έχουμε αισχρολογήσει | έχετε αισχρολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισχρολογήσει | είχες αισχρολογήσει | είχε αισχρολογήσει | είχαμε αισχρολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισχρολογήσει / να αισχρολογήσω / να αισχρολογώ | να έχεις αισχρολογήσει / να αισχρολογήσεις / να αισχρολογείς | να έχει αισχρολογήσει / να αισχρολογήσει / να αισχρολογεί | να έχουμε αισχρολογήσει / να αισχρολογήσουμε / να αισχρολογούμε | να έχετε αισχρολογήσει / να αισχρολογήσετε / να αισχρολογείτε | να αισχρολογήσουν / να αισχρολογήσουνε / να αισχρολογούν / να αισχρολογούνε |
| Προστακτική | — | αισχρολόγει / αισχρολόγησε | — | — | αισχρολογήστε / αισχρολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →