αισχύνομαι
•
- ντρέπομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αισχύνομαι < αρχαία ελληνική αἰσχύνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αισχύνομαι | αισχύνεσαι | αισχύνεται | αισχυνόμαστε | αισχύνεστε | αισχύνονται |
| Παρατατικός | αισχυνόμουν / αισχυνόμουνα | αισχυνόσουν / αισχυνόσουνα | αισχυνόταν / αισχυνότανε | αισχυνόμασταν / αισχυνόμαστε | αισχυνόσασταν / αισχυνόσαστε | αισχυνόντουσαν / αισχύνονταν |
| Αόριστος | αισχύνθηκα | αισχύνθηκες | αισχύνθηκε | αισχυνθήκαμε | αισχυνθήκατε | αισχυνθήκαν / αισχυνθήκανε / αισχύνθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αισχυνθώ / θα αισχύνομαι | θα αισχυνθείς / θα αισχύνεσαι | θα αισχυνθεί / θα αισχύνεται | θα αισχυνθούμε / θα αισχυνόμαστε | θα αισχυνθείτε / θα αισχύνεστε | θα αισχυνθούν / θα αισχυνθούνε / θα αισχύνονται |
| Παρακείμενος | έχω αισχυνθεί | έχεις αισχυνθεί | έχει αισχυνθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αισχυνθεί | είχες αισχυνθεί | είχε αισχυνθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αισχυνθεί / να αισχυνθώ / να αισχύνομαι | να έχεις αισχυνθεί / να αισχυνθείς / να αισχύνεσαι | να έχει αισχυνθεί / να αισχυνθεί / να αισχύνεται | να αισχυνθούμε / να αισχυνόμαστε | να αισχυνθείτε / να αισχύνεστε | να αισχυνθούν / να αισχυνθούνε / να αισχύνονται |
| Προστακτική | — | αισχύνου / αισχύνσου | — | — | αισχυνθείτε / αισχύνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →