αιτιοκρατούμαι
•
- φιλοσοφίαμε καθορίζουν αιτιακές σχέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτιοκρατούμαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αἰτιοκρατοῦμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε αίτι(ο) + -ο- + κρατούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αιτιοκρατούμαι | αιτιοκρατείσαι | αιτιοκρατείται | αιτιοκρατούμαστε | αιτιοκρατείστε | αιτιοκρατούνται |
| Παρατατικός | αιτιοκρατούμουν | αιτιοκρατούσουν | αιτιοκρατούνταν | αιτιοκρατούμασταν / αιτιοκρατούμαστε | αιτιοκρατούσασταν / αιτιοκρατούσαστε | αιτιοκρατούνταν |
| Αόριστος | αιτιοκρατήθηκα | αιτιοκρατήθηκες | αιτιοκρατήθηκε | αιτιοκρατηθήκαμε | αιτιοκρατηθήκατε | αιτιοκρατήθηκαν / αιτιοκρατηθήκαν / αιτιοκρατηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αιτιοκρατηθώ / θα αιτιοκρατούμαι | θα αιτιοκρατείσαι / θα αιτιοκρατηθείς | θα αιτιοκρατείται / θα αιτιοκρατηθεί | θα αιτιοκρατηθούμε / θα αιτιοκρατούμαστε | θα αιτιοκρατείστε / θα αιτιοκρατηθείτε | θα αιτιοκρατηθούν / θα αιτιοκρατηθούνε / θα αιτιοκρατούνται |
| Παρακείμενος | έχω αιτιοκρατηθεί | έχεις αιτιοκρατηθεί | έχει αιτιοκρατηθεί | έχουμε αιτιοκρατηθεί | έχετε αιτιοκρατηθεί | έχουν αιτιοκρατηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αιτιοκρατηθεί | είχες αιτιοκρατηθεί | είχε αιτιοκρατηθεί | είχαμε αιτιοκρατηθεί | είχατε αιτιοκρατηθεί | είχαν αιτιοκρατηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατηθώ / να αιτιοκρατούμαι | να έχεις αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατείσαι / να αιτιοκρατηθείς | να έχει αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατείται / να αιτιοκρατηθεί | να έχουμε αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατηθούμε / να αιτιοκρατούμαστε | να έχετε αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατείστε / να αιτιοκρατηθείτε | να έχουν αιτιοκρατηθεί / να αιτιοκρατηθούν / να αιτιοκρατηθούνε / να αιτιοκρατούνται |
| Προστακτική | — | αιτιοκρατήσου | — | — | αιτιοκρατείστε / αιτιοκρατηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →