αιτιολόγηση
•
- το αποτέλεσμα ή η ενέργεια του αιτιολογώ Βικιλεξικό
- η παροχή εξηγήσεων για μια ενέργεια, η ερμηνεία των κινήτρων και του τελικού σκοπού, των συνθηκών που οδήγησαν ή θα οδηγήσουν σε αυτήν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτιολόγηση < (αιτιολογώ) αιτιολογη- + -ση (< -σις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτιολόγηση | αιτιολογήσεις |
| Γενική | αιτιολόγησης | αιτιολογήσεων |
| Αιτιατική | αιτιολόγηση | αιτιολογήσεις |
| Κλητική | αιτιολόγηση | αιτιολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →