αιτούμενος
•
- που ζητείται από κάπου με αίτηση, με επίσημο τρόπο Βικιλεξικό
- Αρνήθηκαν να καταβάλουν το αιτούμενο ποσό επιστροφής.
- Παρουσίασαν το αιτούμενο έγγραφο με καθυστέρηση 2 μηνών.
- Δεν έδωσαν την αιτουμένη αποζημίωση και καταφύγαμε εκ νέου στα δικαστήρια.
- που ζητεί κάτι για τον ίδιο, που υποβάλλει αίτηση για κάτι (συνώνυμο: ο αιτών) Βικιλεξικό
- Η αιτούμενη την υποτροφία πρέπει να προσκομίσει και τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
- Ο αιτούμενος άδεια παραμονής, θα πρέπει να...
Ετυμολογία
αιτούμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος αιτούμαι
Άλλοι τύποι
αιτούμενααιτούμενεαιτούμενεςαιτούμενηαιτούμενηςαιτούμενοαιτούμενοιαιτούμενοςαιτούμενουαιτούμενουςαιτούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →