αιτωλικός
•
- ο σχετικός με την Αιτωλία ή τους Αιτωλούς Βικιλεξικό
- ιστορίαη Αιτωλική Συμπολιτεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιτωλικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτωλικός | αιτωλική | αιτωλικό |
| Γενική | αιτωλικού | αιτωλικής | αιτωλικού |
| Αιτιατική | αιτωλικό | αιτωλική | αιτωλικό |
| Κλητική | αιτωλικέ | αιτωλική | αιτωλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αιτωλικοί | αιτωλικές | αιτωλικά |
| Γενική | αιτωλικών | αιτωλικών | αιτωλικών |
| Αιτιατική | αιτωλικούς | αιτωλικές | αιτωλικά |
| Κλητική | αιτωλικοί | αιτωλικές | αιτωλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →