Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αιτωλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την Αιτωλία ή τους Αιτωλούς Βικιλεξικό
  2. ιστορίαη Αιτωλική Συμπολιτεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αιτωλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιτωλικόςαιτωλικήαιτωλικό
Γενικήαιτωλικούαιτωλικήςαιτωλικού
Αιτιατικήαιτωλικόαιτωλικήαιτωλικό
Κλητικήαιτωλικέαιτωλικήαιτωλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαιτωλικοίαιτωλικέςαιτωλικά
Γενικήαιτωλικώναιτωλικώναιτωλικών
Αιτιατικήαιτωλικούςαιτωλικέςαιτωλικά
Κλητικήαιτωλικοίαιτωλικέςαιτωλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →