αιχμηρότητα
•
- η ιδιότητα αντικειμένου να μπορεί να κόψει κάτι εύκολα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη δηκτικότητα στο λόγο, η αντίστοιχη με των αιχμηρών αντικειμένων ιδιότητα στις εκφράσεις, όταν πληγώνουν ή όταν "βάζουν το μαχαίρι στο κόκαλο" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιχμηρότητα < αἰχμηρότης στην καθαρεύουσα < αἰχμή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιχμηρότητα | αιχμηρότητες |
| Γενική | αιχμηρότητας | αιχμηροτήτων / αιχμηροτητών |
| Αιτιατική | αιχμηρότητα | αιχμηρότητες |
| Κλητική | αιχμηρότητα | αιχμηρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →