αιωνιότητα
•
- η μεγάλη χρονική διάρκεια μιας κατάστασης Βικιλεξικό
- Έχω δει την αιωνιότητα μέσα στο δάσος / Για να έρθει προς εμένα επάτησε πτώματα (Γιώργος Σαραντάρης, Έχω δει την αιωνιότητα..., 22 Ιουνίου 1940)
Ετυμολογία
αιωνιότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αἰωνιότης, από την αιτιατική σε -τητα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éternité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αιωνιότητα | αιωνιότητες |
| Γενική | αιωνιότητας | αιωνιοτήτων |
| Αιτιατική | αιωνιότητα | αιωνιότητες |
| Κλητική | αιωνιότητα | αιωνιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →