αιωρούμενος
•
- λόγιοπου αιωρείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αιωρούμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος αιωρούμαι, όπως αρχαία ελληνική αἰωρούμενος
Άλλοι τύποι
αιωρούμενααιωρούμενεαιωρούμενεςαιωρούμενηαιωρούμενηςαιωρούμενοαιωρούμενοιαιωρούμενοςαιωρούμενουαιωρούμενουςαιωρούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →